Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερεοτυπώνω

ρήμα
•
  1. φτιάχνω πλάκα στερεοτυπίας Βικιλεξικό
  2. εκτυπώνω με τη μέθοδο της στερεοτυπίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερεοτυπώνω < στερεοτυπ(ία) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστερεοτυπώνωστερεοτυπώνειςστερεοτυπώνειστερεοτυπώνουμεστερεοτυπώνετεστερεοτυπώνουν / στερεοτυπώνουνε
Παρατατικόςστερεοτύπωναστερεοτύπωνεςστερεοτύπωνεστερεοτυπώναμεστερεοτυπώνατεστερεοτυπώναν / στερεοτυπώνανε / στερεοτύπωναν
Αόριστοςστερεοτύπωσαστερεοτύπωσεςστερεοτύπωσεστερεοτυπώσαμεστερεοτυπώσατεστερεοτυπώσαν / στερεοτυπώσανε / στερεοτύπωσαν
Μέλλονταςθα στερεοτυπώνω / θα στερεοτυπώσωθα στερεοτυπώνεις / θα στερεοτυπώσειςθα στερεοτυπώνει / θα στερεοτυπώσειθα στερεοτυπώνουμε / θα στερεοτυπώσουμεθα στερεοτυπώνετε / θα στερεοτυπώσετεθα στερεοτυπώνουν / θα στερεοτυπώνουνε / θα στερεοτυπώσουν / θα στερεοτυπώσουνε
Παρακείμενοςέχω στερεοτυπώσειέχεις στερεοτυπώσειέχει στερεοτυπώσειέχουμε στερεοτυπώσειέχετε στερεοτυπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στερεοτυπώσειείχες στερεοτυπώσειείχε στερεοτυπώσειείχαμε στερεοτυπώσει——
Υποτακτικήνα έχω στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνω / να στερεοτυπώσωνα έχεις στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνεις / να στερεοτυπώσειςνα έχει στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνει / να στερεοτυπώσεινα έχουμε στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνουμε / να στερεοτυπώσουμενα έχετε στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνετε / να στερεοτυπώσετενα στερεοτυπώνουν / να στερεοτυπώνουνε / να στερεοτυπώσουν / να στερεοτυπώσουνε
Προστακτική—στερεοτύπωνε / στερεοτύπωσε——στερεοτυπώνετε / στερεοτυπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →