στερεοτυπώνω
•
- φτιάχνω πλάκα στερεοτυπίας Βικιλεξικό
- εκτυπώνω με τη μέθοδο της στερεοτυπίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερεοτυπώνω < στερεοτυπ(ία) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στερεοτυπώνω | στερεοτυπώνεις | στερεοτυπώνει | στερεοτυπώνουμε | στερεοτυπώνετε | στερεοτυπώνουν / στερεοτυπώνουνε |
| Παρατατικός | στερεοτύπωνα | στερεοτύπωνες | στερεοτύπωνε | στερεοτυπώναμε | στερεοτυπώνατε | στερεοτυπώναν / στερεοτυπώνανε / στερεοτύπωναν |
| Αόριστος | στερεοτύπωσα | στερεοτύπωσες | στερεοτύπωσε | στερεοτυπώσαμε | στερεοτυπώσατε | στερεοτυπώσαν / στερεοτυπώσανε / στερεοτύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα στερεοτυπώνω / θα στερεοτυπώσω | θα στερεοτυπώνεις / θα στερεοτυπώσεις | θα στερεοτυπώνει / θα στερεοτυπώσει | θα στερεοτυπώνουμε / θα στερεοτυπώσουμε | θα στερεοτυπώνετε / θα στερεοτυπώσετε | θα στερεοτυπώνουν / θα στερεοτυπώνουνε / θα στερεοτυπώσουν / θα στερεοτυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στερεοτυπώσει | έχεις στερεοτυπώσει | έχει στερεοτυπώσει | έχουμε στερεοτυπώσει | έχετε στερεοτυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στερεοτυπώσει | είχες στερεοτυπώσει | είχε στερεοτυπώσει | είχαμε στερεοτυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνω / να στερεοτυπώσω | να έχεις στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνεις / να στερεοτυπώσεις | να έχει στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνει / να στερεοτυπώσει | να έχουμε στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνουμε / να στερεοτυπώσουμε | να έχετε στερεοτυπώσει / να στερεοτυπώνετε / να στερεοτυπώσετε | να στερεοτυπώνουν / να στερεοτυπώνουνε / να στερεοτυπώσουν / να στερεοτυπώσουνε |
| Προστακτική | — | στερεοτύπωνε / στερεοτύπωσε | — | — | στερεοτυπώνετε / στερεοτυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →