Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερεοϊσομερής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με στερεοϊσομερές ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. χημείαχημική ένωση της οποίας τα μόρια, αν και έχουν τον ίδιο μοριακό και συντακτικό τύπο, διαφέρουν ως προς τον τρισδιάστατο προσανατολισμό των ατόμων τους στον χώρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερεοϊσομερής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική stereoisomer < αρχαία ελληνική στερεός + ἴσος + μέρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεοϊσομερήςστερεοϊσομερήςστερεοϊσομερές
Γενικήστερεοϊσομερούςστερεοϊσομερούςστερεοϊσομερούς
Αιτιατικήστερεοϊσομερήστερεοϊσομερήστερεοϊσομερές
Κλητικήστερεοϊσομερή / στερεοϊσομερήςστερεοϊσομερήςστερεοϊσομερές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερή
Γενικήστερεοϊσομερώνστερεοϊσομερώνστερεοϊσομερών
Αιτιατικήστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερή
Κλητικήστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερείςστερεοϊσομερή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →