στερεωτής
•
- σπάνιοκάποιος που στερεώνει Βικιλεξικό
- φωτογραφίαχημική ουσία που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση της εικόνας σε φωτογραφικό χαρτί ή φιλμ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερεωτής < ελληνιστική κοινή στερεωτής < αρχαία ελληνική στερεόω / στερεῶ < στερεός ((φωτογραφία) μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fixateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεωτής | στερεωτές |
| Γενική | στερεωτή | στερεωτών |
| Αιτιατική | στερεωτή | στερεωτές |
| Κλητική | στερεωτή | στερεωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →