στερεόραμα
•
- τεχνική απεικόνισης που δίνει την εντύπωση τριών διαστάσεων, δηλαδή βάθους και όγκου Βικιλεξικό
- φωτογραφίασυνδυασμένη εικόνα δύο στερεοφωτογραφιών Βικιλεξικό
- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Ετυμολογία
στερεόραμα (νεολογισμός) < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική stereovision.^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Μορφολογικά αναλύεται σε στερε- (< στερεός στη σημασία της γεωμετρίας) + όραμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεόραμα | στερεοράματα |
| Γενική | στερεοράματος | στερεοραμάτων |
| Αιτιατική | στερεόραμα | στερεοράματα |
| Κλητική | στερεόραμα | στερεοράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →