στερεότυπο
•
- συμβατικός και απλουστευτικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και βασίζεται σε γενικεύσεις Βικιλεξικό
- φυλετικά και εθνοτικά στερεότυπα
- η στερεοτυπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερεότυπο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου στερεότυπος. Μορφολογικά αναλύεται σε στερεό- + -τυπο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεότυπο | στερεότυπα |
| Γενική | στερεότυπου | στερεότυπων |
| Αιτιατική | στερεότυπο | στερεότυπα |
| Κλητική | στερεότυπο | στερεότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →