Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερεύω

ρήμα
•
  1. παύω να βγάζω υγρό Βικιλεξικό
    • Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
    • Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)
  2. για θηλαστικά ζώαπαύω να βγάζω υγρό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπαύω να βγάζω υγρό Βικιλεξικό
    • στέρεψα από καινούριες ιδέες
  4. λαϊκότροποσυνώνυμο του στερώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στερεύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →