στερημένος
•
- που έχει στερηθεί βασικά αγαθά, που ζει με στερήσεις και ελλείψεις Βικιλεξικό
- (με από και αιτιατική)
- εἰς τοιαύτην ὄντες κατάστασιν στερημένοι ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά μας, μὲ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν τὰ ἄρματα, καὶ νὰ ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν τυράννων.
- περιβάλλον στερημένο από ερεθίσματα
- (λόγιο, με γενική)
- Καὶ οἱ εἰρημένοι ὅμως, στερημένοι τῆς πελοποννησιακῆς βοηθείας, ποιοῦν τοιαύτας.
- (σε επιθετική χρήση)
- Αυτό που πρέπει να προσφέρουμε στον αγρότη δεν είναι ένα κομμάτι χαρτί, αλλά τα εμπορεύματα που έχει άμεση ανάγκη: το μηχάνημα που στερείται παρά τη θέλησή του, ένα ρούχο να τον προστατεύει από την κακοκαιρία, μια λάμπα πετρελαίου να αναπληρώσει το λυχνάρι του, μια αξίνα, ένα δικράνι, ένα καρότσι· ό,τι τέλος πάντων έχει ανάγκη σήμερα, αλλά το στερείται λόγω της απρόσιτης τιμής του--καθώς ο χωρικός ζει μια στερημένη και εξασθενημένη ζωή, υπάρχουν χιλιάδες τέτοια πράγματα.
- (με επιρρήματα)
- Αυτό σημαίνει ότι νιώθεις αγανάκτηση, απογοήτευση και συναισθηματικά και πνευματικά στερημένος.
Ετυμολογία
στερημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στερώ
Άλλοι τύποι
στερημέναστερημένεστερημένεςστερημένηστερημένηςστερημένοστερημένοιστερημένοςστερημένουστερημένουςστερημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →