στεριά
•
- η στερεά επιφάνεια της Γης που δεν καλύπτεται από θάλασσα Βικιλεξικό
- Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
- Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
Ετυμολογία
στεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στεριά < αρχαία ελληνική στερεά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στεριά | στεριές |
| Γενική | στεριάς | στεριών |
| Αιτιατική | στεριά | στεριές |
| Κλητική | στεριά | στεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →