στεριώνω
•
- θεμελιώνω, σταθεροποιώ Βικιλεξικό
- Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
- «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
- καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
- παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
- πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»
Ετυμολογία
στεριώνω < αρχαία ελληνική στερεῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στεριώνω | στεριώνεις | στεριώνει | στεριώνουμε | στεριώνετε | στεριώνουν / στεριώνουνε |
| Παρατατικός | στέριωνα | στέριωνες | στέριωνε | στεριώναμε | στεριώνατε | στέριωναν / στεριώναν / στεριώνανε |
| Αόριστος | στέριωσα | στέριωσες | στέριωσε | στεριώσαμε | στεριώσατε | στέριωσαν / στεριώσαν / στεριώσανε |
| Μέλλοντας | θα στεριώνω / θα στεριώσω | θα στεριώνεις / θα στεριώσεις | θα στεριώνει / θα στεριώσει | θα στεριώνουμε / θα στεριώσουμε | θα στεριώνετε / θα στεριώσετε | θα στεριώνουν / θα στεριώνουνε / θα στεριώσουν / θα στεριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στεριώσει | έχεις στεριώσει | έχει στεριώσει | έχουμε στεριώσει | έχετε στεριώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στεριώσει | είχες στεριώσει | είχε στεριώσει | είχαμε στεριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στεριώσει / να στεριώνω / να στεριώσω | να έχεις στεριώσει / να στεριώνεις / να στεριώσεις | να έχει στεριώσει / να στεριώνει / να στεριώσει | να έχουμε στεριώσει / να στεριώνουμε / να στεριώσουμε | να έχετε στεριώσει / να στεριώνετε / να στεριώσετε | να στεριώνουν / να στεριώνουνε / να στεριώσουν / να στεριώσουνε |
| Προστακτική | — | στέριωνε / στέριωσε | — | — | στεριώνετε / στεριώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →