Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεριώνω

/steɾˈʝo.no/ρήμα
•
  1. θεμελιώνω, σταθεροποιώ Βικιλεξικό
    • Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
    • «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
    • καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
    • παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
    • πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»

Ετυμολογία

στεριώνω < αρχαία ελληνική στερεῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστεριώνωστεριώνειςστεριώνειστεριώνουμεστεριώνετεστεριώνουν / στεριώνουνε
Παρατατικόςστέριωναστέριωνεςστέριωνεστεριώναμεστεριώνατεστέριωναν / στεριώναν / στεριώνανε
Αόριστοςστέριωσαστέριωσεςστέριωσεστεριώσαμεστεριώσατεστέριωσαν / στεριώσαν / στεριώσανε
Μέλλονταςθα στεριώνω / θα στεριώσωθα στεριώνεις / θα στεριώσειςθα στεριώνει / θα στεριώσειθα στεριώνουμε / θα στεριώσουμεθα στεριώνετε / θα στεριώσετεθα στεριώνουν / θα στεριώνουνε / θα στεριώσουν / θα στεριώσουνε
Παρακείμενοςέχω στεριώσειέχεις στεριώσειέχει στεριώσειέχουμε στεριώσειέχετε στεριώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στεριώσειείχες στεριώσειείχε στεριώσειείχαμε στεριώσει——
Υποτακτικήνα έχω στεριώσει / να στεριώνω / να στεριώσωνα έχεις στεριώσει / να στεριώνεις / να στεριώσειςνα έχει στεριώσει / να στεριώνει / να στεριώσεινα έχουμε στεριώσει / να στεριώνουμε / να στεριώσουμενα έχετε στεριώσει / να στεριώνετε / να στεριώσετενα στεριώνουν / να στεριώνουνε / να στεριώσουν / να στεριώσουνε
Προστακτική—στέριωνε / στέριωσε——στεριώνετε / στεριώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →