Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερνοκλειδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το στέρνο και την κλείδα ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερνοκλειδικός < στέρνο + -ο- + κλείδα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερνοκλειδικόςστερνοκλειδικήστερνοκλειδικό
Γενικήστερνοκλειδικούστερνοκλειδικήςστερνοκλειδικού
Αιτιατικήστερνοκλειδικόστερνοκλειδικήστερνοκλειδικό
Κλητικήστερνοκλειδικέστερνοκλειδικήστερνοκλειδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερνοκλειδικοίστερνοκλειδικέςστερνοκλειδικά
Γενικήστερνοκλειδικώνστερνοκλειδικώνστερνοκλειδικών
Αιτιατικήστερνοκλειδικούςστερνοκλειδικέςστερνοκλειδικά
Κλητικήστερνοκλειδικοίστερνοκλειδικέςστερνοκλειδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →