στερνοκλειδικός
•
- που έχει σχέση με το στέρνο και την κλείδα ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερνοκλειδικός < στέρνο + -ο- + κλείδα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερνοκλειδικός | στερνοκλειδική | στερνοκλειδικό |
| Γενική | στερνοκλειδικού | στερνοκλειδικής | στερνοκλειδικού |
| Αιτιατική | στερνοκλειδικό | στερνοκλειδική | στερνοκλειδικό |
| Κλητική | στερνοκλειδικέ | στερνοκλειδική | στερνοκλειδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερνοκλειδικοί | στερνοκλειδικές | στερνοκλειδικά |
| Γενική | στερνοκλειδικών | στερνοκλειδικών | στερνοκλειδικών |
| Αιτιατική | στερνοκλειδικούς | στερνοκλειδικές | στερνοκλειδικά |
| Κλητική | στερνοκλειδικοί | στερνοκλειδικές | στερνοκλειδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →