Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερνός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τελευταίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερνός < μεσαιωνική ελληνική ὑστερνός < ὑστερινός < ὕστερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερνόςστερνήστερνό
Γενικήστερνούστερνήςστερνού
Αιτιατικήστερνόστερνήστερνό
Κλητικήστερνέστερνήστερνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερνοίστερνέςστερνά
Γενικήστερνώνστερνώνστερνών
Αιτιατικήστερνούςστερνέςστερνά
Κλητικήστερνοίστερνέςστερνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →