στερφεύω
•
- αμετάβατοπου δεν παράγει γάλα Βικιλεξικό
- αμετάβατοπου στερεύουν Βικιλεξικό
- στέρφεψε το πηγάδι
Ετυμολογία
στερφεύω < στέρφ(ος) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στερφεύω | στερφεύεις | στερφεύει | στερφεύουμε | στερφεύετε | στερφεύουν / στερφεύουνε |
| Παρατατικός | στέρφευα | στέρφευες | στέρφευε | στερφεύαμε | στερφεύατε | στέρφευαν / στερφεύαν / στερφεύανε |
| Αόριστος | στέρφεψα | στέρφεψες | στέρφεψε | στερφέψαμε | στερφέψατε | στέρφεψαν / στερφέψαν / στερφέψανε |
| Μέλλοντας | θα στερφέψω / θα στερφεύω | θα στερφέψεις / θα στερφεύεις | θα στερφέψει / θα στερφεύει | θα στερφέψουμε / θα στερφεύουμε | θα στερφέψετε / θα στερφεύετε | θα στερφέψουν / θα στερφέψουνε / θα στερφεύουν / θα στερφεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω στερφέψει | έχεις στερφέψει | έχει στερφέψει | έχουμε στερφέψει | έχετε στερφέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στερφέψει | είχες στερφέψει | είχε στερφέψει | είχαμε στερφέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στερφέψει / να στερφέψω / να στερφεύω | να έχεις στερφέψει / να στερφέψεις / να στερφεύεις | να έχει στερφέψει / να στερφέψει / να στερφεύει | να έχουμε στερφέψει / να στερφέψουμε / να στερφεύουμε | να έχετε στερφέψει / να στερφέψετε / να στερφεύετε | να στερφέψουν / να στερφέψουνε / να στερφεύουν / να στερφεύουνε |
| Προστακτική | — | στέρφευε / στέρφεψε | — | — | στερφέψτε / στερφεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →