στεφάνι
•
- αντικείμενο σε μορφή δακτυλίου (που μπορεί να κατασκευάζεται από κλαδιά ή μέταλλο, να διακοσμείται με άνθη ή μεταλλικά κοσμήματα και δίνεται σε κάποιον να το φορέσει στο κεφάλι ως ένδειξη τιμής, αναγνώρισης, νίκης σε αγώνα κ.λπ., ή φοριέται κατά την τελετή του γάμου /στέφανο) Βικιλεξικό
- Ἐνίκησεν, ἐκέρδεσεν, ἐπῆρε τὸ Στεφάνι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ἐρωτόκριτος, Ἑνότητα Γ΄, στ. 365, περίπου 1600)
- Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)
- αντικείμενο από κλαδιά και άνθη που φτιάχνουν την Πρωτομαγιά και το κρεμούν στο σπίτι, ή που προσφέρεται προς τιμήν νεκρών σε κηδείες και τιμητικές επετείους Βικιλεξικό
- Πέρασεν ἀπὸ τὴν Προκυμαῖα ἡ νεκροφόρα του μὲ τέσσερα ἀλόγατα κατάφορτη ἀπὸ στεφάνια. (Νικόλαος Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, 1972)
- ο γάμος, κατ' επέκταση ο/η σύζυγος κάποιου/κάποιας Βικιλεξικό
- Xωρὶς στεφάνι δὲ μ' ἀγγιᾶς. (Δημήτριος Γουζέλης, Ὁ Χάσης, 1790)
- Θα κάνω ό,τι πει το στεφάνι μου.
- γκρεμός Βικιλεξικό
- Φωλιάζουν οἱ σταυραϊτοὶ στοῦ βράχου τὰ στεφάνια. (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Ἆσμα δεύτερον, περίπου 1879)
Ετυμολογία
στεφάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στεφάνιν < ελληνιστική κοινή στεφάνιον < αρχαία ελληνική στέφανος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στεφάνι | στεφάνια |
| Γενική | στεφανιού | στεφανιών |
| Αιτιατική | στεφάνι | στεφάνια |
| Κλητική | στεφάνι | στεφάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →