Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεφανηφορώ

ρήμα
•
  1. αμετάβατοείμαι στεφανηφόρος, φορώ στεφάνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεφανηφορώ < αρχαία ελληνική στεφανηφορέω / στεφανηφορῶ < στέφανος + φέρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστεφανηφορώστεφανηφορείςστεφανηφορείστεφανηφορούμεστεφανηφορείτεστεφανηφορούν / στεφανηφορούνε
Παρατατικόςστεφανηφορούσαστεφανηφορούσεςστεφανηφορούσεστεφανηφορούσαμεστεφανηφορούσατεστεφανηφορούσαν / στεφανηφορούσανε
Αόριστοςστεφανηφόρησαστεφανηφόρησεςστεφανηφόρησεστεφανηφορήσαμεστεφανηφορήσατεστεφανηφορήσαν / στεφανηφορήσανε / στεφανηφόρησαν
Μέλλονταςθα στεφανηφορήσω / θα στεφανηφορώθα στεφανηφορήσεις / θα στεφανηφορείςθα στεφανηφορήσει / θα στεφανηφορείθα στεφανηφορήσουμε / θα στεφανηφορούμεθα στεφανηφορήσετε / θα στεφανηφορείτεθα στεφανηφορήσουν / θα στεφανηφορήσουνε / θα στεφανηφορούν / θα στεφανηφορούνε
Παρακείμενοςέχω στεφανηφορήσειέχεις στεφανηφορήσειέχει στεφανηφορήσειέχουμε στεφανηφορήσειέχετε στεφανηφορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στεφανηφορήσειείχες στεφανηφορήσειείχε στεφανηφορήσειείχαμε στεφανηφορήσει——
Υποτακτικήνα έχω στεφανηφορήσει / να στεφανηφορήσω / να στεφανηφορώνα έχεις στεφανηφορήσει / να στεφανηφορήσεις / να στεφανηφορείςνα έχει στεφανηφορήσει / να στεφανηφορήσει / να στεφανηφορείνα έχουμε στεφανηφορήσει / να στεφανηφορήσουμε / να στεφανηφορούμενα έχετε στεφανηφορήσει / να στεφανηφορήσετε / να στεφανηφορείτενα στεφανηφορήσουν / να στεφανηφορήσουνε / να στεφανηφορούν / να στεφανηφορούνε
Προστακτική—στεφανηφόρει / στεφανηφόρησε——στεφανηφορήστε / στεφανηφορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →