στηθάγχη
•
- ιατρικήδυνατός πόνος στο στήθος, παροξυσμός θωρακικού πόνου που εντοπίζεται στην προκάρδια περιοχή (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθάγχη < στήθ(ος) + -άγχη κατά την αρχαία ελληνική συνάγχη, (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική angina pectoris
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθάγχη | στηθάγχες |
| Γενική | στηθάγχης | στηθαγχών |
| Αιτιατική | στηθάγχη | στηθάγχες |
| Κλητική | στηθάγχη | στηθάγχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →