Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στηθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με το στήθος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοφυματικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στηθικός < αρχαία ελληνική στηθικός < στῆθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηθικόςστηθικήστηθικό
Γενικήστηθικούστηθικήςστηθικού
Αιτιατικήστηθικόστηθικήστηθικό
Κλητικήστηθικέστηθικήστηθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηθικοίστηθικέςστηθικά
Γενικήστηθικώνστηθικώνστηθικών
Αιτιατικήστηθικούςστηθικέςστηθικά
Κλητικήστηθικοίστηθικέςστηθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →