Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στηθοσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το στηθοσκόπιο ή τη στηθοσκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στηθοσκοπικός < στηθοσκόπιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηθοσκοπικόςστηθοσκοπικήστηθοσκοπικό
Γενικήστηθοσκοπικούστηθοσκοπικήςστηθοσκοπικού
Αιτιατικήστηθοσκοπικόστηθοσκοπικήστηθοσκοπικό
Κλητικήστηθοσκοπικέστηθοσκοπικήστηθοσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηθοσκοπικοίστηθοσκοπικέςστηθοσκοπικά
Γενικήστηθοσκοπικώνστηθοσκοπικώνστηθοσκοπικών
Αιτιατικήστηθοσκοπικούςστηθοσκοπικέςστηθοσκοπικά
Κλητικήστηθοσκοπικοίστηθοσκοπικέςστηθοσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →