στηθοσκοπικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με το στηθοσκόπιο ή τη στηθοσκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθοσκοπικός < στηθοσκόπιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθοσκοπικός | στηθοσκοπική | στηθοσκοπικό |
| Γενική | στηθοσκοπικού | στηθοσκοπικής | στηθοσκοπικού |
| Αιτιατική | στηθοσκοπικό | στηθοσκοπική | στηθοσκοπικό |
| Κλητική | στηθοσκοπικέ | στηθοσκοπική | στηθοσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθοσκοπικοί | στηθοσκοπικές | στηθοσκοπικά |
| Γενική | στηθοσκοπικών | στηθοσκοπικών | στηθοσκοπικών |
| Αιτιατική | στηθοσκοπικούς | στηθοσκοπικές | στηθοσκοπικά |
| Κλητική | στηθοσκοπικοί | στηθοσκοπικές | στηθοσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →