στηθούρι
•
- λαϊκόη σάρκα ζώων (κυρίως πτηνών) στην περιοχή του στέρνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθούρι < στήθ(ος) + -ούρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθούρι | στηθούρια |
| Γενική | στηθουριού | στηθουριών |
| Αιτιατική | στηθούρι | στηθούρια |
| Κλητική | στηθούρι | στηθούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →