στηλιτεύω
•
- επικρίνω με αυστηρό και έντονο ύφος Βικιλεξικό
- ο Δημοσθένης στηλίτευε την αδράνεια των Αθηναίων
Ετυμολογία
στηλιτεύω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική στήλη :: Η αρχική σημασία του ρήματος ήταν εκθέτω κάποιον δημοσίως και τον στιγματίζω, αναγράφοντας το όνομά του σε στήλη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στηλιτεύω | στηλιτεύεις | στηλιτεύει | στηλιτεύουμε | στηλιτεύετε | στηλιτεύουν / στηλιτεύουνε |
| Παρατατικός | στηλίτευα | στηλίτευες | στηλίτευε | στηλιτεύαμε | στηλιτεύατε | στηλίτευαν / στηλιτεύαν / στηλιτεύανε |
| Αόριστος | στηλίτευσα | στηλίτευσες | στηλίτευσε | στηλιτεύσαμε | στηλιτεύσατε | στηλίτευσαν / στηλιτεύσαν / στηλιτεύσανε |
| Μέλλοντας | θα στηλιτεύσω / θα στηλιτεύω | θα στηλιτεύεις / θα στηλιτεύσεις | θα στηλιτεύει / θα στηλιτεύσει | θα στηλιτεύουμε / θα στηλιτεύσουμε | θα στηλιτεύετε / θα στηλιτεύσετε | θα στηλιτεύουν / θα στηλιτεύουνε / θα στηλιτεύσουν / θα στηλιτεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στηλιτεύσει | έχεις στηλιτεύσει | έχει στηλιτεύσει | έχουμε στηλιτεύσει | έχετε στηλιτεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στηλιτεύσει | είχες στηλιτεύσει | είχε στηλιτεύσει | είχαμε στηλιτεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στηλιτεύσει / να στηλιτεύσω / να στηλιτεύω | να έχεις στηλιτεύσει / να στηλιτεύεις / να στηλιτεύσεις | να έχει στηλιτεύσει / να στηλιτεύει / να στηλιτεύσει | να έχουμε στηλιτεύσει / να στηλιτεύουμε / να στηλιτεύσουμε | να έχετε στηλιτεύσει / να στηλιτεύετε / να στηλιτεύσετε | να στηλιτεύουν / να στηλιτεύουνε / να στηλιτεύσουν / να στηλιτεύσουνε |
| Προστακτική | — | στηλίτευε / στηλίτευσε | — | — | στηλιτεύετε / στηλιτεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →