στιβάλι
•
- υπόδησηείδος μπότας Βικιλεξικό
- φορούσε βράκα και παραδοσιακά κρητικά στιβάλια
Ετυμολογία
στιβάλι < (άμεσο δάνειο) βενετική stival + -ι / ιταλική stivali, πληθυντικός αριθμός του stivale < πιθανόν παλαιά γαλλική estival (θερινό υπόδημα) (ή < λατινική tibialis < tibia) < μεσαιωνική λατινική estivalis < λατινική estivus < aestas (καλοκαίρι) < πρωτοϊταλική *aissāts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eydʰ- (καίω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιβάλι | στιβάλια |
| Γενική | στιβαλιού | στιβαλιών |
| Αιτιατική | στιβάλι | στιβάλια |
| Κλητική | στιβάλι | στιβάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →