στικάκι
•
- μικρό στικ Βικιλεξικό
- πληροφορικήμεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στικάκι < στικ + υποκοριστικό επίθημα -άκι < αγγλική stick
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στικάκι | στικάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | στικάκι | στικάκια |
| Κλητική | στικάκι | στικάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →