στιλβωμένος
•
- για επιφάνειεςπου την έχουν περάσει με λούστρο, που την έχουν γιαλίσει, λουστράρει με βερνίκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιλβωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στίλβω
Άλλοι τύποι
στιλβωμένηστιλβωμένοστιλβωμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →