Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιλβωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το στίλβωμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή συντελεί σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιλβωτικός < στιλβώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιλβωτικόςστιλβωτικήστιλβωτικό
Γενικήστιλβωτικούστιλβωτικήςστιλβωτικού
Αιτιατικήστιλβωτικόστιλβωτικήστιλβωτικό
Κλητικήστιλβωτικέστιλβωτικήστιλβωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιλβωτικοίστιλβωτικέςστιλβωτικά
Γενικήστιλβωτικώνστιλβωτικώνστιλβωτικών
Αιτιατικήστιλβωτικούςστιλβωτικέςστιλβωτικά
Κλητικήστιλβωτικοίστιλβωτικέςστιλβωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →