στιλβωτικός
•
- που έχει σχέση με το στίλβωμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή συντελεί σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιλβωτικός < στιλβώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλβωτικός | στιλβωτική | στιλβωτικό |
| Γενική | στιλβωτικού | στιλβωτικής | στιλβωτικού |
| Αιτιατική | στιλβωτικό | στιλβωτική | στιλβωτικό |
| Κλητική | στιλβωτικέ | στιλβωτική | στιλβωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλβωτικοί | στιλβωτικές | στιλβωτικά |
| Γενική | στιλβωτικών | στιλβωτικών | στιλβωτικών |
| Αιτιατική | στιλβωτικούς | στιλβωτικές | στιλβωτικά |
| Κλητική | στιλβωτικοί | στιλβωτικές | στιλβωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →