στιλιζάρω
•
- αναπαριστώ κάτι μ’ ένα συγκεκριμένο στιλ, τυποποιημένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιλιζάρω < γαλλική styliser < style + -iser < μέση γαλλική stile < παλαιά γαλλική estile < λατινική stilus
Άλλοι τύποι
στιλιζάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →