στιλπνός
•
- γυαλιστερός, αστραφτερός, όπως η λεία επιφάνεια καθρέφτη Βικιλεξικό
- Ο κορυδαλλός, ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από το βιβλίο Με λογισμό και μʼ όνειρο, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, Ε' & ΣΤ' Δημοτικού, ※ @ebooks.edu.gr
Ετυμολογία
στιλπνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στιλπνός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλπνός | στιλπνή | στιλπνό |
| Γενική | στιλπνού | στιλπνής | στιλπνού |
| Αιτιατική | στιλπνό | στιλπνή | στιλπνό |
| Κλητική | στιλπνέ | στιλπνή | στιλπνό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλπνοί | στιλπνές | στιλπνά |
| Γενική | στιλπνών | στιλπνών | στιλπνών |
| Αιτιατική | στιλπνούς | στιλπνές | στιλπνά |
| Κλητική | στιλπνοί | στιλπνές | στιλπνά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →