στιφάδο
•
- φαγητάφαγητό με κοκκινιστό κρέας και πολλά μικρά κρεμμύδια Βικιλεξικό
- γκιούλμπασι, αρνάκι φρικασέ ή με ραδίκια, αρνάκι στο φούρνο ή με ρύζι και γιαούρτι, κουνέλι στιφάδο ή λεμονάτο, κόκορα κοκκινιστό μακαρονάδα, κεφτέδες κοκκινιστούς (Σοφία Π. Χριστοπούλου, ΑΧαιών γεύσεις, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006)
Ετυμολογία
στιφάδο < (άμεσο δάνειο) βενετική *stufado με τροπή [u] > [i] (δείτε και το ιταλικό stufato) < με απώτερη αρχή την αρχαία ελληνική τύφος ("ατμός"). Και ετυμολογική γραφή με ύψιλον.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιφάδο | στιφάδα |
| Γενική | στιφάδου | στιφάδων |
| Αιτιατική | στιφάδο | στιφάδα |
| Κλητική | στιφάδο | στιφάδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →