στιφρός
•
- σπάνιοστερεός, συμπαγής, σκληρός Βικιλεξικό
- στιφρός ιστός
- ιατρικήστιφρός πλακούντας, δηλαδή ο πλακούντας που διεισδύει και στο μυομήτριο (και δεν προσκολλάται απλώς στο μυομήτριο όπως στον συμφυτικό, ούτε διαπερνά το μυομήτριο και τον ορογόνο ή και γειτονικά όργανα όπως στον διεισδυτικό) Βικιλεξικό
- Σπανιότερα οφείλεται σε ανωμαλίες πρόσφυσης του πλακούντα, όπως σε συμφυτικό πλακούντα (προσκόλληση στο μυομήτριο), σε στιφρό (διείσδυση στο μυομήτριο) και σε διεισδυτικό πλακούντα (διαπερνά το μυομήτριο, ορογόνο και ενδεχομένως γειτονικά όργανα). [Μαιευτική και Γυναικολογία, Δαυίδ Χ. Ρούσος, εκδ. Τζιόλα σελ.274]
Ετυμολογία
στιφρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στιφρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιφρός | στιφρά / στιφρή | στιφρό |
| Γενική | στιφρού | στιφρής | στιφρού |
| Αιτιατική | στιφρό | στιφρή | στιφρό |
| Κλητική | στιφρέ | στιφρή | στιφρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιφροί | στιφρές | στιφρά |
| Γενική | στιφρών | στιφρών | στιφρών |
| Αιτιατική | στιφρούς | στιφρές | στιφρά |
| Κλητική | στιφροί | στιφρές | στιφρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →