Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στιχογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιχογραφικός < στιχογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχογραφικόςστιχογραφικήστιχογραφικό
Γενικήστιχογραφικούστιχογραφικήςστιχογραφικού
Αιτιατικήστιχογραφικόστιχογραφικήστιχογραφικό
Κλητικήστιχογραφικέστιχογραφικήστιχογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχογραφικοίστιχογραφικέςστιχογραφικά
Γενικήστιχογραφικώνστιχογραφικώνστιχογραφικών
Αιτιατικήστιχογραφικούςστιχογραφικέςστιχογραφικά
Κλητικήστιχογραφικοίστιχογραφικέςστιχογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →