Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στιχομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιχομετρικός < στιχομετρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχομετρικόςστιχομετρικήστιχομετρικό
Γενικήστιχομετρικούστιχομετρικήςστιχομετρικού
Αιτιατικήστιχομετρικόστιχομετρικήστιχομετρικό
Κλητικήστιχομετρικέστιχομετρικήστιχομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχομετρικοίστιχομετρικέςστιχομετρικά
Γενικήστιχομετρικώνστιχομετρικώνστιχομετρικών
Αιτιατικήστιχομετρικούςστιχομετρικέςστιχομετρικά
Κλητικήστιχομετρικοίστιχομετρικέςστιχομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →