στιχοποίηση
•
- η παραγωγή στίχων (ποιήματος, τραγουδιού, ρυθμικού πεζού κειμένου κτλ.) Βικιλεξικό
- μετατροπή πεζού κειμένου σε ποίηση μέσω αναδιάταξης, ιαμβομέτρησης συλλαβών, επιβολής ρίμας - ομοιοκαταληξίας (στην σύγχρονη ποίηση αρκεί ο εσωτερικός ρυθμός, ενώ σε ακόμη πιο μοντέρνα δεν υπάρχει ρυθμός αλλά συνέπεια τις ευκολίας ή δυσκολίας ανάγνωσης ανάλογα με το συναίσθημα που περικλείει η εκάστοτε φράση - πράγμα όμως και υποκειμενικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
η στιχοποίηση ⁽ᵉˡ⁾θηλυκό < στίχος + -οποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιχοποίηση | στιχοποιήσεις |
| Γενική | στιχοποίησης | στιχοποιήσεων |
| Αιτιατική | στιχοποίηση | στιχοποιήσεις |
| Κλητική | στιχοποίηση | στιχοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →