Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχοποίηση

ουσιαστικό
•
  1. η παραγωγή στίχων (ποιήματος, τραγουδιού, ρυθμικού πεζού κειμένου κτλ.) Βικιλεξικό
  2. μετατροπή πεζού κειμένου σε ποίηση μέσω αναδιάταξης, ιαμβομέτρησης συλλαβών, επιβολής ρίμας - ομοιοκαταληξίας (στην σύγχρονη ποίηση αρκεί ο εσωτερικός ρυθμός, ενώ σε ακόμη πιο μοντέρνα δεν υπάρχει ρυθμός αλλά συνέπεια τις ευκολίας ή δυσκολίας ανάγνωσης ανάλογα με το συναίσθημα που περικλείει η εκάστοτε φράση - πράγμα όμως και υποκειμενικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

η στιχοποίηση ⁽ᵉˡ⁾θηλυκό < στίχος + -οποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστιχοποίησηστιχοποιήσεις
Γενικήστιχοποίησηςστιχοποιήσεων
Αιτιατικήστιχοποίησηστιχοποιήσεις
Κλητικήστιχοποίησηστιχοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →