στιχουργική
•
- η τέχνη του στιχουργού καθώς και οι κανόνες σύνθεσης στίχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιχουργική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στιχουργικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιχουργική | στιχουργικές |
| Γενική | στιχουργικής | στιχουργικών |
| Αιτιατική | στιχουργική | στιχουργικές |
| Κλητική | στιχουργική | στιχουργικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →