στιχουργώ
•
- γράφω στίχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιχουργώ < μεσαιωνική ελληνική στιχουργώ < στιχουργός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στιχουργώ | στιχουργείς | στιχουργεί | στιχουργούμε | στιχουργείτε | στιχουργούν / στιχουργούνε |
| Παρατατικός | στιχουργούσα | στιχουργούσες | στιχουργούσε | στιχουργούσαμε | στιχουργούσατε | στιχουργούσαν / στιχουργούσανε |
| Αόριστος | στιχούργησα | στιχούργησες | στιχούργησε | στιχουργήσαμε | στιχουργήσατε | στιχουργήσαν / στιχουργήσανε / στιχούργησαν |
| Μέλλοντας | θα στιχουργήσω / θα στιχουργώ | θα στιχουργήσεις / θα στιχουργείς | θα στιχουργήσει / θα στιχουργεί | θα στιχουργήσουμε / θα στιχουργούμε | θα στιχουργήσετε / θα στιχουργείτε | θα στιχουργήσουν / θα στιχουργήσουνε / θα στιχουργούν / θα στιχουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω στιχουργήσει | έχεις στιχουργήσει | έχει στιχουργήσει | έχουμε στιχουργήσει | έχετε στιχουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στιχουργήσει | είχες στιχουργήσει | είχε στιχουργήσει | είχαμε στιχουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στιχουργήσει / να στιχουργήσω / να στιχουργώ | να έχεις στιχουργήσει / να στιχουργήσεις / να στιχουργείς | να έχει στιχουργήσει / να στιχουργήσει / να στιχουργεί | να έχουμε στιχουργήσει / να στιχουργήσουμε / να στιχουργούμε | να έχετε στιχουργήσει / να στιχουργήσετε / να στιχουργείτε | να στιχουργήσουν / να στιχουργήσουνε / να στιχουργούν / να στιχουργούνε |
| Προστακτική | — | στιχούργησε | — | — | στιχουργήστε / στιχουργείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στιχουργούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →