Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχουργώ

ρήμα
•
  1. γράφω στίχους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιχουργώ < μεσαιωνική ελληνική στιχουργώ < στιχουργός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστιχουργώστιχουργείςστιχουργείστιχουργούμεστιχουργείτεστιχουργούν / στιχουργούνε
Παρατατικόςστιχουργούσαστιχουργούσεςστιχουργούσεστιχουργούσαμεστιχουργούσατεστιχουργούσαν / στιχουργούσανε
Αόριστοςστιχούργησαστιχούργησεςστιχούργησεστιχουργήσαμεστιχουργήσατεστιχουργήσαν / στιχουργήσανε / στιχούργησαν
Μέλλονταςθα στιχουργήσω / θα στιχουργώθα στιχουργήσεις / θα στιχουργείςθα στιχουργήσει / θα στιχουργείθα στιχουργήσουμε / θα στιχουργούμεθα στιχουργήσετε / θα στιχουργείτεθα στιχουργήσουν / θα στιχουργήσουνε / θα στιχουργούν / θα στιχουργούνε
Παρακείμενοςέχω στιχουργήσειέχεις στιχουργήσειέχει στιχουργήσειέχουμε στιχουργήσειέχετε στιχουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στιχουργήσειείχες στιχουργήσειείχε στιχουργήσειείχαμε στιχουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω στιχουργήσει / να στιχουργήσω / να στιχουργώνα έχεις στιχουργήσει / να στιχουργήσεις / να στιχουργείςνα έχει στιχουργήσει / να στιχουργήσει / να στιχουργείνα έχουμε στιχουργήσει / να στιχουργήσουμε / να στιχουργούμενα έχετε στιχουργήσει / να στιχουργήσετε / να στιχουργείτενα στιχουργήσουν / να στιχουργήσουνε / να στιχουργούν / να στιχουργούνε
Προστακτική—στιχούργησε——στιχουργήστε / στιχουργείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

στιχουργούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →