στο πι και φι
•
- πολύ γρήγορα, άμεσα, αστραπιαία, στο άψε σβήσε Βικιλεξικό
- Έκανε όλες τις διορθώσεις στο πι και φι.
Ετυμολογία
στο πι και φι: → δείτε τη λέξη στο, ονομασίες των γραμμάτων πι (π) και φι (φ) < τα αρχικά των μεσαιωνικών λέξεων παλούκι και φοῦρκα (φούρκα, παλούκι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →