στοιβάζω
•
- βάζω όμοια πράγματα το ένα πάνω από το άλλο, σε στοίβα Βικιλεξικό
- συγκεντρώνω πολλά πράγματα ή ανθρώπους σε περιορισμένο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιβάζω < ελληνιστική κοινή στοιβάζω < αρχαία ελληνική στείβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στοιβάζω | στοιβάζεις | στοιβάζει | στοιβάζουμε | στοιβάζετε | στοιβάζουν / στοιβάζουνε |
| Παρατατικός | στοίβαζα | στοίβαζες | στοίβαζε | στοιβάζαμε | στοιβάζατε | στοίβαζαν / στοιβάζαν / στοιβάζανε |
| Αόριστος | στοίβαξα | στοίβαξες | στοίβαξε | στοιβάξαμε | στοιβάξατε | στοίβαξαν / στοιβάξαν / στοιβάξανε |
| Μέλλοντας | θα στοιβάζω / θα στοιβάξω | θα στοιβάζεις / θα στοιβάξεις | θα στοιβάζει / θα στοιβάξει | θα στοιβάζουμε / θα στοιβάξουμε | θα στοιβάζετε / θα στοιβάξετε | θα στοιβάζουν / θα στοιβάζουνε / θα στοιβάξουν / θα στοιβάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω στοιβάξει | έχεις στοιβάξει | έχει στοιβάξει | έχουμε στοιβάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στοιβάξει | είχες στοιβάξει | είχε στοιβάξει | είχαμε στοιβάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στοιβάξει / να στοιβάζω / να στοιβάξω | να έχεις στοιβάξει / να στοιβάζεις / να στοιβάξεις | να έχει στοιβάξει / να στοιβάζει / να στοιβάξει | να έχουμε στοιβάξει / να στοιβάζουμε / να στοιβάξουμε | να στοιβάζετε / να στοιβάξετε | να στοιβάζουν / να στοιβάζουνε / να στοιβάξουν / να στοιβάξουνε |
| Προστακτική | — | έχε στοιβαγμένο / στοίβαζε / στοίβαξε | — | — | στοιβάζετε / στοιβάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →