στοιβασία
•
- η στοίχιση και η τοποθέτηση διαφόρων πραγμάτων σε στοίβες Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη στοίχιση και η τοποθέτηση φορτίου σε πλοίο και η κατανομή της σαβούρας με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγονται μετατοπίσεις του φορτίου, όταν έχει τρικυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιβασία < (ελληνιστική κοινή) < στοιβάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιβασία | στοιβασίες |
| Γενική | στοιβασίας | στοιβασιών |
| Αιτιατική | στοιβασία | στοιβασίες |
| Κλητική | στοιβασία | στοιβασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →