στοιχειακός
•
- που έχει σχέση με στοιχείο (χημικό, φυσικό κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιχειακός < μεσαιωνική ελληνική στοιχειακός < αρχαία ελληνική στοιχεῖον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική élémentaire )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειακός | στοιχειακή | στοιχειακό |
| Γενική | στοιχειακού | στοιχειακής | στοιχειακού |
| Αιτιατική | στοιχειακό | στοιχειακή | στοιχειακό |
| Κλητική | στοιχειακέ | στοιχειακή | στοιχειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειακοί | στοιχειακές | στοιχειακά |
| Γενική | στοιχειακών | στοιχειακών | στοιχειακών |
| Αιτιατική | στοιχειακούς | στοιχειακές | στοιχειακά |
| Κλητική | στοιχειακοί | στοιχειακές | στοιχειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →