στοιχειοθεσία
•
- η στοιχειοθέτηση Βικιλεξικό
- η τέχνη, η εργασία του στοιχειοθέτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιχειοθεσία < στοιχειοθετώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειοθεσία | στοιχειοθεσίες |
| Γενική | στοιχειοθεσίας | στοιχειοθεσιών |
| Αιτιατική | στοιχειοθεσία | στοιχειοθεσίες |
| Κλητική | στοιχειοθεσία | στοιχειοθεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →