Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοιχειοθετημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει στοιχειοθετηθεί, τεκμηριωθεί Βικιλεξικό
    • η κατηγορία δεν ήταν επαρκώς στοιχειοθετημένη και αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι
  2. τυπογραφίατο κείμενο που είναι έτοιμο να τυπωθεί, καθώς τα τυπογραφικά στοιχεία έχουν τεθεί στις σωστές θέσεις Βικιλεξικό
    • Επειδή κάθε τύπωμα έχει κατά κανόνα: κολοφώνα του τυπογραφείου Κασιμάτη και Ιωνά, έντυπον αύξοντα αριθμό ή έντυπη σελιδαρίθμηση, και κείμενο στοιχειοθετημένο με ελζεβίρ των 10, αλλά και επειδή... (Γιώργος Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932): περιγραφή και σχόλιο: βιβλιογραφική μελέτη, εκδ. Ίκαρος 1992, σελ. 300)

Ετυμολογία

στοιχειοθετημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στοιχειοθετώ

Άλλοι τύποι

στοιχειοθετημέναστοιχειοθετημένεστοιχειοθετημένεςστοιχειοθετημένηστοιχειοθετημένηςστοιχειοθετημένοστοιχειοθετημένοιστοιχειοθετημένοςστοιχειοθετημένουστοιχειοθετημένουςστοιχειοθετημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →