Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοιχειοθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στοιχειοθεσία ή τον στοιχειοθέτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοιχειοθετικός < στοιχειοθέτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοιχειοθετικόςστοιχειοθετικήστοιχειοθετικό
Γενικήστοιχειοθετικούστοιχειοθετικήςστοιχειοθετικού
Αιτιατικήστοιχειοθετικόστοιχειοθετικήστοιχειοθετικό
Κλητικήστοιχειοθετικέστοιχειοθετικήστοιχειοθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοιχειοθετικοίστοιχειοθετικέςστοιχειοθετικά
Γενικήστοιχειοθετικώνστοιχειοθετικώνστοιχειοθετικών
Αιτιατικήστοιχειοθετικούςστοιχειοθετικέςστοιχειοθετικά
Κλητικήστοιχειοθετικοίστοιχειοθετικέςστοιχειοθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →