στοιχειοθετικός
•
- που έχει σχέση με τη στοιχειοθεσία ή τον στοιχειοθέτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιχειοθετικός < στοιχειοθέτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειοθετικός | στοιχειοθετική | στοιχειοθετικό |
| Γενική | στοιχειοθετικού | στοιχειοθετικής | στοιχειοθετικού |
| Αιτιατική | στοιχειοθετικό | στοιχειοθετική | στοιχειοθετικό |
| Κλητική | στοιχειοθετικέ | στοιχειοθετική | στοιχειοθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειοθετικοί | στοιχειοθετικές | στοιχειοθετικά |
| Γενική | στοιχειοθετικών | στοιχειοθετικών | στοιχειοθετικών |
| Αιτιατική | στοιχειοθετικούς | στοιχειοθετικές | στοιχειοθετικά |
| Κλητική | στοιχειοθετικοί | στοιχειοθετικές | στοιχειοθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →