στοιχειομετρικός
•
- χημείαο σχετικός με τη στοιχειομετρία Βικιλεξικό
- στοιχειομετρικός υπολογισμός
Ετυμολογία
στοιχειομετρικός < στοιχειομετρ(ία) + -ικός (μαρτυρείται από το 1834)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειομετρικός | στοιχειομετρική | στοιχειομετρικό |
| Γενική | στοιχειομετρικού | στοιχειομετρικής | στοιχειομετρικού |
| Αιτιατική | στοιχειομετρικό | στοιχειομετρική | στοιχειομετρικό |
| Κλητική | στοιχειομετρικέ | στοιχειομετρική | στοιχειομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειομετρικοί | στοιχειομετρικές | στοιχειομετρικά |
| Γενική | στοιχειομετρικών | στοιχειομετρικών | στοιχειομετρικών |
| Αιτιατική | στοιχειομετρικούς | στοιχειομετρικές | στοιχειομετρικά |
| Κλητική | στοιχειομετρικοί | στοιχειομετρικές | στοιχειομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →