στοιχειώνω
•
- για φάντασμα (πνεύμα, στοιχειό) που κατοικεί σε ένα μέρος Βικιλεξικό
- Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
- «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
- καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
- παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
- πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»
- μεταφορικάγίνομαι σε κάποιον έμμονη ιδέα Βικιλεξικό
- τον στοιχειώνουν οι αναμνήσεις από το χαμένο έρωτά του
Ετυμολογία
στοιχειώνω < στοιχειό
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στοιχειώνω | στοιχειώνεις | στοιχειώνει | στοιχειώνουμε | στοιχειώνετε | στοιχειώνουν / στοιχειώνουνε |
| Παρατατικός | στοιχέιωνα | στοιχέιωνες | στοιχέιωνε | στοιχειώναμε | στοιχειώνατε | στοιχέιωναν / στοιχειώναν / στοιχειώνανε |
| Αόριστος | στοιχέιωσα | στοιχέιωσες | στοιχέιωσε | στοιχειώσαμε | στοιχειώσατε | στοιχέιωσαν / στοιχειώσαν / στοιχειώσανε |
| Μέλλοντας | θα στοιχειώνω / θα στοιχειώσω | θα στοιχειώνεις / θα στοιχειώσεις | θα στοιχειώνει / θα στοιχειώσει | θα στοιχειώνουμε / θα στοιχειώσουμε | θα στοιχειώνετε / θα στοιχειώσετε | θα στοιχειώνουν / θα στοιχειώνουνε / θα στοιχειώσουν / θα στοιχειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στοιχειώσει | έχεις στοιχειώσει | έχει στοιχειώσει | έχουμε στοιχειώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στοιχειώσει | είχες στοιχειώσει | είχε στοιχειώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στοιχειώσει / να στοιχειώνω / να στοιχειώσω | να έχεις στοιχειώσει / να στοιχειώνεις / να στοιχειώσεις | να έχει στοιχειώσει / να στοιχειώνει / να στοιχειώσει | να έχουμε στοιχειώσει / να στοιχειώνουμε / να στοιχειώσουμε | να στοιχειώνετε / να στοιχειώσετε | να στοιχειώνουν / να στοιχειώνουνε / να στοιχειώσουν / να στοιχειώσουνε |
| Προστακτική | — | στοίχειωνε / στοίχειωσε | — | — | στοιχειώνετε / στοιχειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →