Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοιχειώνω

/stiˈço.no/ρήμα
•
  1. για φάντασμα (πνεύμα, στοιχειό) που κατοικεί σε ένα μέρος Βικιλεξικό
    • Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
    • «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
    • καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
    • παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
    • πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»
  2. μεταφορικάγίνομαι σε κάποιον έμμονη ιδέα Βικιλεξικό
    • τον στοιχειώνουν οι αναμνήσεις από το χαμένο έρωτά του

Ετυμολογία

στοιχειώνω < στοιχειό

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστοιχειώνωστοιχειώνειςστοιχειώνειστοιχειώνουμεστοιχειώνετεστοιχειώνουν / στοιχειώνουνε
Παρατατικόςστοιχέιωναστοιχέιωνεςστοιχέιωνεστοιχειώναμεστοιχειώνατεστοιχέιωναν / στοιχειώναν / στοιχειώνανε
Αόριστοςστοιχέιωσαστοιχέιωσεςστοιχέιωσεστοιχειώσαμεστοιχειώσατεστοιχέιωσαν / στοιχειώσαν / στοιχειώσανε
Μέλλονταςθα στοιχειώνω / θα στοιχειώσωθα στοιχειώνεις / θα στοιχειώσειςθα στοιχειώνει / θα στοιχειώσειθα στοιχειώνουμε / θα στοιχειώσουμεθα στοιχειώνετε / θα στοιχειώσετεθα στοιχειώνουν / θα στοιχειώνουνε / θα στοιχειώσουν / θα στοιχειώσουνε
Παρακείμενοςέχω στοιχειώσειέχεις στοιχειώσειέχει στοιχειώσειέχουμε στοιχειώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα στοιχειώσειείχες στοιχειώσειείχε στοιχειώσει———
Υποτακτικήνα έχω στοιχειώσει / να στοιχειώνω / να στοιχειώσωνα έχεις στοιχειώσει / να στοιχειώνεις / να στοιχειώσειςνα έχει στοιχειώσει / να στοιχειώνει / να στοιχειώσεινα έχουμε στοιχειώσει / να στοιχειώνουμε / να στοιχειώσουμενα στοιχειώνετε / να στοιχειώσετενα στοιχειώνουν / να στοιχειώνουνε / να στοιχειώσουν / να στοιχειώσουνε
Προστακτική—στοίχειωνε / στοίχειωσε——στοιχειώνετε / στοιχειώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →