στοκαριτζής
•
- επάγγελματεχνίτης που γνωρίζει να στοκάρει επιφάνειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοκαριτζής < στοκάρω + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοκαριτζής | στοκαριτζήδες |
| Γενική | στοκαριτζή | στοκαριτζήδων |
| Αιτιατική | στοκαριτζή | στοκαριτζήδες |
| Κλητική | στοκαριτζή | στοκαριτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →