στολκάρω
•
- διαδικτυακή αργκόπαρακολουθώ μανιακά και ασταμάτητα όλες τις ενέργειες ενός προσώπου, προκειμένου να μάθω όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής Βικιλεξικό
- Έκανα σαν τρελή από ζήλια και κατέληξα να στολκάρω τα σχόλιά του στο facebook και στο instagram για μήνες!
- Σε παρακαλώ, σταμάτα να με στολκάρεις. Δεν έχεις αφήσει ήσυχο κανένα από τα λήμματα που επεξεργάζομαι!
- διαδικτυακή αργκόπαρακολουθώ μανιακά και ασταμάτητα όλες τις ενέργειες ενός προσώπου, προκειμένου να μάθω όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στολκάρω < στολκ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική stalk
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στολκάρω | στολκάρεις | στολκάρει | στολκάρουμε | στολκάρετε | στολκάρουν / στολκάρουνε |
| Παρατατικός | στόλκαρα | στόλκαρες | στόλκαρε | στολκάραμε | στολκάρατε | στολκάραν / στολκάρανε / στόλκαραν |
| Αόριστος | στολκάρισα | στολκάρισες | στολκάρισε | στολκαρίσαμε | στολκαρίσατε | στολκάρισαν / στολκαρίσαν / στολκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα στολκάρω / θα στολκαρίσω | θα στολκάρεις / θα στολκαρίσεις | θα στολκάρει / θα στολκαρίσει | θα στολκάρουμε / θα στολκαρίσουμε | θα στολκάρετε / θα στολκαρίσετε | θα στολκάρουν / θα στολκάρουνε / θα στολκαρίσουν / θα στολκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στολκαρίσει | έχεις στολκαρίσει | έχει στολκαρίσει | έχουμε στολκαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στολκαρίσει | είχες στολκαρίσει | είχε στολκαρίσει | είχαμε στολκαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στολκαρίσει / να στολκάρω / να στολκαρίσω | να έχεις στολκαρίσει / να στολκάρεις / να στολκαρίσεις | να έχει στολκαρίσει / να στολκάρει / να στολκαρίσει | να έχουμε στολκαρίσει / να στολκάρουμε / να στολκαρίσουμε | να στολκάρετε / να στολκαρίσετε | να στολκάρουν / να στολκάρουνε / να στολκαρίσουν / να στολκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στολκαρισμένο / στολκάρισε / στόλκαρε | — | — | στολκάρετε / στολκαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →