Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στολοδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με στολοδρομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στολοδρομικός < στολοδρομία + -ικός < ελληνιστική κοινή στολοδρομέω + -ία < αρχαία ελληνική στόλος + δρόμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστολοδρομικόςστολοδρομικήστολοδρομικό
Γενικήστολοδρομικούστολοδρομικήςστολοδρομικού
Αιτιατικήστολοδρομικόστολοδρομικήστολοδρομικό
Κλητικήστολοδρομικέστολοδρομικήστολοδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστολοδρομικοίστολοδρομικέςστολοδρομικά
Γενικήστολοδρομικώνστολοδρομικώνστολοδρομικών
Αιτιατικήστολοδρομικούςστολοδρομικέςστολοδρομικά
Κλητικήστολοδρομικοίστολοδρομικέςστολοδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →