στολοδρομικός
•
- που έχει σχέση με στολοδρομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στολοδρομικός < στολοδρομία + -ικός < ελληνιστική κοινή στολοδρομέω + -ία < αρχαία ελληνική στόλος + δρόμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στολοδρομικός | στολοδρομική | στολοδρομικό |
| Γενική | στολοδρομικού | στολοδρομικής | στολοδρομικού |
| Αιτιατική | στολοδρομικό | στολοδρομική | στολοδρομικό |
| Κλητική | στολοδρομικέ | στολοδρομική | στολοδρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στολοδρομικοί | στολοδρομικές | στολοδρομικά |
| Γενική | στολοδρομικών | στολοδρομικών | στολοδρομικών |
| Αιτιατική | στολοδρομικούς | στολοδρομικές | στολοδρομικά |
| Κλητική | στολοδρομικοί | στολοδρομικές | στολοδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →