στομίδα
•
- μεταλλικό εξάρτημα του χαλιναριού που προσαρμόζεται στο στόμα του αλόγου Βικιλεξικό
- Κάθε πλάγιο τμήμα του χαλινού-- το ψάλιο - σχηματίζει γωνία και είναι συμφυές με το ήμισυ του μέρους του χαλινού , που στερεωνόταν ανάμεσα στις μασέλλες του ζώου , τη στομίδα (Νομισματικά χρονικά, τεύχη 5-6, σελ. 12, 1978)
Ετυμολογία
στομίδα < στόμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στομίδα | στομίδες |
| Γενική | στομίδας | στομίδων |
| Αιτιατική | στομίδα | στομίδες |
| Κλητική | στομίδα | στομίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →