στοματικός
•
- που έχει σχέση με το στόμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- σπάνιοπροφορικός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοστοματικό: (χυδαίο) η πεολειχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοματικός < ελληνιστική κοινή στοματικός < αρχαία ελληνική στόμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oral )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματικός | στοματική | στοματικό |
| Γενική | στοματικού | στοματικής | στοματικού |
| Αιτιατική | στοματικό | στοματική | στοματικό |
| Κλητική | στοματικέ | στοματική | στοματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματικοί | στοματικές | στοματικά |
| Γενική | στοματικών | στοματικών | στοματικών |
| Αιτιατική | στοματικούς | στοματικές | στοματικά |
| Κλητική | στοματικοί | στοματικές | στοματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →