Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το στόμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπροφορικός Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοστοματικό: (χυδαίο) η πεολειχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοματικός < ελληνιστική κοινή στοματικός < αρχαία ελληνική στόμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oral )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοματικόςστοματικήστοματικό
Γενικήστοματικούστοματικήςστοματικού
Αιτιατικήστοματικόστοματικήστοματικό
Κλητικήστοματικέστοματικήστοματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοματικοίστοματικέςστοματικά
Γενικήστοματικώνστοματικώνστοματικών
Αιτιατικήστοματικούςστοματικέςστοματικά
Κλητικήστοματικοίστοματικέςστοματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →