στοματογναθοπροσωπικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με το στόμα, την γνάθο και το πρόσωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- στοματογναθοπροσωπική χειρουργική κλινική
Ετυμολογία
στοματογναθοπροσωπικός < στόμα + -ο- + γνάθος + -ο-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματογναθοπροσωπικός | στοματογναθοπροσωπική | στοματογναθοπροσωπικό |
| Γενική | στοματογναθοπροσωπικού | στοματογναθοπροσωπικής | στοματογναθοπροσωπικού |
| Αιτιατική | στοματογναθοπροσωπικό | στοματογναθοπροσωπική | στοματογναθοπροσωπικό |
| Κλητική | στοματογναθοπροσωπικέ | στοματογναθοπροσωπική | στοματογναθοπροσωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματογναθοπροσωπικοί | στοματογναθοπροσωπικές | στοματογναθοπροσωπικά |
| Γενική | στοματογναθοπροσωπικών | στοματογναθοπροσωπικών | στοματογναθοπροσωπικών |
| Αιτιατική | στοματογναθοπροσωπικούς | στοματογναθοπροσωπικές | στοματογναθοπροσωπικά |
| Κλητική | στοματογναθοπροσωπικοί | στοματογναθοπροσωπικές | στοματογναθοπροσωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →