στοματολογικός
•
- σχετικός με την στοματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοματολογικός < στοματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματολογικός | στοματολογική | στοματολογικό |
| Γενική | στοματολογικού | στοματολογικής | στοματολογικού |
| Αιτιατική | στοματολογικό | στοματολογική | στοματολογικό |
| Κλητική | στοματολογικέ | στοματολογική | στοματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματολογικοί | στοματολογικές | στοματολογικά |
| Γενική | στοματολογικών | στοματολογικών | στοματολογικών |
| Αιτιατική | στοματολογικούς | στοματολογικές | στοματολογικά |
| Κλητική | στοματολογικοί | στοματολογικές | στοματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →