στοματοπάθεια
•
- παρωχημένοπάθηση σχετική με το στόμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοματοπάθεια < στόμα, στόματ(ος) + -ο- + -πάθεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματοπάθεια | στοματοπάθειες |
| Γενική | στοματοπάθειας | στοματοπαθειών |
| Αιτιατική | στοματοπάθεια | στοματοπάθειες |
| Κλητική | στοματοπάθεια | στοματοπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →