στοματορραγία
•
- απώλεια αίματος (αιμορραγία) από το στόμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοματορραγία < στόματ(ος) + -ο- + -ρραγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματορραγία | στοματορραγίες |
| Γενική | στοματορραγίας | στοματορραγιών |
| Αιτιατική | στοματορραγία | στοματορραγίες |
| Κλητική | στοματορραγία | στοματορραγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →